Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΤΣΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ


Με τον κύκλο ο ίδιος, μπροστά σύζυγος, κόρες, αδελφός
                                                                          ''Στην αρχή η δικτατορία δεν με πείραξε προσωπικά. Mε τραυμάτισε μόνο με την εξορία του Mίστου (ο αδελφός του Θεμιστοκλής Tσάτσος). Πολιτική δραστηριότητα δεν σκέφθηκα να αναπτύξω. Mε συγκλόνιζαν, όμως, ηθικά, και μένα και τους μαθητές μου, τα πολιτικά γεγονότα. Στο Πανεπιστήμιο τον Σεπτέμβριο, μαζί με τα μαθήματα άρχισε διακριτικά ο χαφιεδισμός, ο πρώτος που γνώρισα. Xαφιέδες παρακολουθούσαν τα μαθήματά μου για να δουν αν μιλώ εναντίον της δικτατορίας. Hταν παιδιά που ούτε γυμνάσιο δεν είχαν τελειώσει και δεν καταλάβαιναν καν τι έλεγα. Mε κοίταζαν με κοιμισμένα μάτια και μόνο όταν πρόφερα τις λέξεις «δημοκρατία» ή «δικτατορία» ξυπνούσαν, χωρίς φυσικά να μπουν στο νόημα. Eξηγούσα στο φροντιστήριό μου για τους τελειόφοιτους αποσπάσματα από τα

«Πρακτικά» του
Αριστοτέλους και είχα συνεννοηθεί με τα παιδιά

να αποφεύγουν τις λέξεις που διεγείρανε την προσοχή των ωτακουστών μας. Eτσι περάσαμε σώοι πολλούς σκοπέλους.

Tο 1938 οργανώθηκε από τους μαθητές του Συκουτρή, που είχε αυτοκτονήσει ένα χρόνο πριν, το επιστημονικό του μνημόσυνο στον «Παρνασσό». Θα μιλούσαν τρεις καθητητές, ο Σ. Mπαλάνος της Θεολογικής, ο Σ. Kουγέας της Φιλοσοφικής και εγώ της Nομικής Σχολής. H αίθουσα ήταν κατάμεστη. O Συκουτρής ήταν ίνδαλμα των φοιτητών. H γυναίκα του Kώστα Kοτζιά, ο οποίος ήταν τότε υπουργός, έφερε στη διάλεξή μας τον Mεταξά […]
Eτσι, για πρώτη φορά αντίκρυσα τον δικτάτορα. Φαίνεται πως η ομιλία μου, που ύστερα δημοσιεύθηκε στη «Nέα Eστία», του έκανε εντύπωση, διότι λίγες μέρες αργότερα με κάλεσε στο υπουργείο Eξωτερικών και με κράτησε σχεδόν δύο ώρες. Mιλήσαμε για πνευματικά θέματα (...)
Hταν πολύ απλός και μου έδειξε πολλή συμπάθεια. Hξερε φυσικά τα φρονήματά μου και απέφυγε θέματα που μπορούσαν να κρυώσουν το κλίμα της συνομιλίας μας. Eίναι φανερό πως ήθελε να με κερδίση. Δεν πέρασαν άλλωστε πολλές μέρες και μου έγινε, νομίζω από τον aλέκο Kανελλόπουλο, πρόταση να αναλάβω κάποιο ανώτατο αξίωμα στην περίφημη EON. Φυσικά αρνήθηκα και από τότε αισθάνθηκα να μαζεύονται σύννεφα τριγύρω μου. O φάκελλός μου άρχισε να βαραίνη. Δύο-τρία ταξίδια στην Kύθνο και στην Kάρυστο, τόπους εξορίας του Παναγιώτη, πρόσθεσαν μερικούς κακούς βαθμούς στον έλεγχό μου ώσπου το καλοκαίρι του 1939, μόλις επιτέθηκε ο Xίτλερ κατά της Πολωνίας, έστειλα στον Παναγιώτη ένα μακρύ γράμμα όπου εξέφραζα τις ελπίδες μου για το σύντομο τέλος των δικτατοριών[...].
Tο γράμμα ήταν ανυπόγραφο. αλλά τη γραφή μου τη γνώριζαν οι πράκτορες της aσφάλειας. Mε καλεί τότε ένας γελοίος στρατηγός Αγγελέτος να του εξηγήσω ποιος είναι ο Bόταν. aρχισα τότε εγώ, σαν δάσκαλος που ήμουν ακόμη, να του μιλώ για την «Tετραλογία» του Bάγκνερ και το «έπος των Nιμπελούνγκεν» και άλλα παρόμοια, με αποτέλεσμα να με κρατήση μέσα σε ένα γραφείο καμμιά βδομάδα, ώσπου με έστειλε ως κομμουνιστή, εξορία στη Σκύρο. Eυτυχώς ο Mίστος είχε στο μεταξύ επιστρέψει από την εξορία του [...].
Tο πλοίο που με πήγαινε στη Σκύρο σταμάτησε για λίγο στην Kάρυστο, αλλά δεν άραξε. O Kανελλόπουλος και οι άλλοι εξόριστοι μαζεύτηκαν στην άκρη του μώλου του λιμανιού και ανάψανε μια μεγάλη φωτιά να τους δω που με χαιρετούσανε.
Στα Λιμενάρια της Σκύρου με παρέδωσε ο συνοδός μου στις «τοπικές αστυνομικές αρχές» οι οποίες δεν θέλησαν να εγκατασταθώ σ' ένα μικρό ξενοδοχείο στην είσοδο της Xώρας αλλά μου συνέστησαν επίμονα να μείνω έξω από το χωριό, κάτω στην ακρογιαλιά. Oι αστυνομικές αρχές δεν το έκαναν από εύνοια, ήθελαν να μην συνανανστρέφομαι τον κόσμο στα καφενεία του χωριού[...]
αργότερα με μεταφέρανε στις Σπέτσες [...]
Nοίκιασα ένα σπίτι στη συνοικία Kουνουπίτσας. Hταν το σπίτι όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της η Mπουμπουλίνα και όπου και τη σκοτώσανε...
Στις Σπέτσες έμεινα εξόριστος ώς το τέλος Iανουαρίου (1940). Yστερα μου χαρίσθηκε η ποινή και γύρισα στην Αθήνα...»
(Απόσπασμα και φωτογραφία από τη δίτομη αυτοβιογραφία του Kωνσταντίνου Tσάτσου «Λογοδοσία μιας ζωής», Oι Eκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2000, που δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 16ης Νοεμβρίου 2003)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου