Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΚΟΝΤΡΕΣ

Διόλου ανέφελο δεν ήταν το ξεκίνημα της νέας κυβέρνησης, παρά το εντυπωσιακό εκλογικό ποσοστό, που άγγιξε το 53%.
Ο βασιλεύς Παύλος ασθενούσε βαριά και η βασίλισσα Φρειδερίκη φέρεται να αναμίχθηκε μέχρι και στο σχηματισμό της κυβέρνησης. Ζήτησε από το θριαμβευτή των εκλογών να τοποθετήσει στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας το στρατηγό Παπανικολόπουλο, όπως είχε πράξει στην κυβέρνηση που είχε σχηματίσει μερικούς μήνες νωρίτερα.
Το σκεπτικό που προέβαλε ήταν ότι «έτσι θα δει με συμπάθεια το Στράτευμα την κυβέρνηση του Κέντρου», αλλά ο Γεώργιος Παπανδρέου αρνήθηκε, στέλνοντας στο Πεντάγωνο τον παραδοσιακό πολιτικό του φίλο Πέτρο Γαρουφαλιά. Τα Ανάκτορα δεν είχαν καμιά
αντίρρηση για τον Αρτινό πολιτικό.
Στην ορκωμοσία της κυβέρνησης ο Παύλος βρισκόταν προ της τελευτής. Μόλις που στεκόταν στα πόδια του. Όταν τελείωσε η διαδικασία, ο διάδοχος Κωνσταντίνος ενημέρωσε τον πρωθυπουργό για την τραγική κατάσταση της υγείας του πατέρα του.
Τελικά, στις 6 Μαρτίου ο βασιλεύς εξέπνευσε και ορκίστηκε ο Κωνσταντίνος. Ο πρωθυπουργός, όπως ο ίδιος έλεγε εκείνες τις μέρες, θεωρούσε το νέο βασιλιά παιδί του. Είχαν, άλλωστε, ηλικιακή διαφορά 52 ολόκληρων χρόνων.
Δεκατρείς μέρες αργότερα η λαοπρόβλητη κυβέρνηση δοκίμασε ένα ισχυρό σοκ. Για τη θέση του προέδρου της Βουλής πρότεινε τον Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα και όχι τον Ηλία Τσιριμώκο, ο οποίος είχε αναδειχθεί σε αυτό το αξίωμα στη θνησιγενή θητεία του 1963. Τριάντα βουλευτές της Ένωσης Κέντρου έγραψαν «Δημοκρατία» στο ψηφοδέλτιό τους και το έριξαν στην κάλπη.
Ο Γεώργιος Παπανδρέου απείλησε με διαγραφές, τονίζοντας σε μια σκληρή δήλωσή του ότι «η δημοκρατία επροδόθη, σήμερον εις την Βουλήν, οι θριαμβευταί της 16ης Φεβρουαρίου εγίναμε χλεύη των ηττημένων».
Στην επαναληπτική ψηφοφορία οι «τριάντα» (που είχαν επικεφαλής τον Σάββα Παπαπολίτη και τον Τσιριμώκο, παλαιούς πολιτικούς και άλλοτε αρχηγούς μικρών κομμάτων που συνέπραξαν στην ίδρυση της Ένωσης Κέντρου) πειθάρχησαν. Όμως, είχαν στείλει το δικό τους μήνυμα. Και ήταν σαφές: τρίζουν τα θεμέλια του κόμματος το οποίο –κακά τα ψέματα– είχε ιδρυθεί από τις πλέον ετερόκλητες δυνάμεις του πολιτικού συστήματος.
Το εσωκομματικό παιχνίδι άναβε για τα καλά. Οι παραδοσιακοί ομαδάρχες του Κέντρου έβλεπαν τον πρωτοεμφανιζόμενο στην πολιτική Ανδρέα να είναι το «πρώτο βιολί» δίπλα στον πατέρα του. Κάτι που επιβεβαιώθηκε, ανοικτά πλέον, όταν ο «Γέρος» πείστηκε από το γιο του να μην αποδεχθεί το Σχέδιο Άτσεσον για το Κυπριακό, που προέβλεπε ενσωμάτωση της Μεγαλονήσου στην Ελλάδα, με παραχώρηση από μέρους μας του Καστελλόριζου (και πιθανότατα της Ρόδου) στην Τουρκία.
Ο πρωθυπουργός ήταν έτοιμος να το αποδεχθεί με το επιχείρημα «μα, μας χαρίζουν πολυκατοικία…», αλλά ο Ανδρέας κινούνταν στη λογική «δεν παραχωρούμε ούτε μια σπιθαμή ελληνικού εδάφους».
«Γέρος» και υιός πήγαν στο Λευκό Οίκο για να συζητήσουν το θέμα με τον Πρόεδρο Τζόνσον. Εκεί, αποδεχόμενος πλέον τη δεύτερη άποψη, ο πρωθυπουργός είπε στον υψηλό συνομιλητή του:
«Το 1940 εκλήθημεν να παραδοθώμεν ή να υποστώμεν τας συνεπείας της εισβολής. Είπομεν τότε όχι εις τον φασισμόν. Λυπούμεθα βαθύτατα διότι το 1964 αναγκαζόμεθα να πούμε όχι εις την δημοκρατικήν Αμερικήν, διότι η εκλογή την οποίαν μας προσφέρετε δεν είναι διάφορος αυτής που μας προσέφερεν ο Μουσολίνι».
Ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Προεδρίας (αυτό ήταν το αξίωμα που είχε καταλάβει μετά τις εκλογές) γύρισαν στην Αθήνα, τυγχάνοντας ενθουσιώδους υποδοχής στο αεροδρόμιο του Ελληνικού.
Ήταν σαφές ότι η Ένωση Κέντρου, ως κυβέρνηση, άρχισε να παίρνει διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά που συνήθως λάμβανε ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος, ο οποίος κινούνταν στο αυστηρό πλαίσιο του αστικού συστήματος.
Ο Ανδρέας της προσέδιδε κεντροαριστερά γνωρίσματα (τύπου ΕΠΕΚ-Πλαστήρα), κάτι που ανησυχούσε το Παλάτι, τα δημοσιογραφικά συγκροτήματα και τη φιλο-ανακτορική τάση του κόμματος. Και η Αριστερά έβλεπε την κυβέρνηση να της «κλέβει» θέσεις και να υλοποιεί πολιτικές της, αλλά είτε δεν μπορούσε είτε εκτίμησε ότι δεν πρέπει να αντιδράσει.
Δεύτερο δείγμα της αποσύνθεσης του κόμματος ήταν η παραίτηση του Γεώργιου Μαύρου από το αξίωμα του υπουργού Συντονισμού για να μεταπηδήσει στη θέση του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος. Η κεντροαριστερή πτέρυγα της Ένωσης Κέντρου είδε αυτή την κίνηση να γίνεται με παρότρυνση συγκεκριμένου δημοσιογραφικού συγκροτήματος (το οποίο υπάρχει και σήμερα) προς τον Μαύρο, ενώ ο ίδιος υποστήριξε αργότερα ότι «το έπραξα γιατί δεν μπορούσα να συνεργαστώ με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη» (υπουργός Οικονομικών τότε).
Τρίτο δείγμα οι δημοτικές εκλογές εκείνης της χρονιάς στο Δήμο Αθηναίων: Πρώτος αναδείχθηκε ο υποψήφιος της ΕΔΑ (Κιτσίκης), δεύτερος της ΕΡΕ (Πλυτάς) και οι Κεντρώοι Κατσώτας (βουλευτής και τέως δήμαρχος) και Τσουκαλάς (εν ενεργεία δήμαρχος) στην τρίτη και τέταρτη θέση αντίστοιχα. Στο κόμμα του 53%…
Εκείνο τον καιρό νυμφεύεται και ο νεαρός βασιλιάς. Η εορταστική ατμόσφαιρα έδειχνε ένα κλίμα αγαστής συνεργασίας με την κυβέρνηση. Λίγο αργότερα, όμως, τα Ανάκτορα φρόντισαν να «δείξουν (και) τα δόντια τους» στον πρωθυπουργό. Η Φρειδερίκη θέτει θέμα συνταξιοδότησής της ζητώντας έξι εκατομμύρια δραχμές το χρόνο. Η κυβέρνηση αποδέχεται το αίτημά της, αλλά κάνει λόγο για το ήμισυ του συγκεκριμένου ποσού.
Η βασιλομήτωρ αποστέλλει αυστηρή επιστολή στον Γεώργιο Παπανδρέου, τονίζοντάς του ότι «αισθάνομαι την ανάγκη να σας παρακαλέσω να μην προχωρήσετε εις την πραγματοποίησιν της επιχορηγήσεώς μου» και καθιστώντας σαφές ότι «δεν προτίθεμαι να απομακρυνθώ της πατρίδος μας».
Το ύφος και η τελευταία επισήμανσή της –αφού ποτέ δεν της ζητήθηκε κάτι τέτοιο- εξόργισαν τον πρωθυπουργό.
Ο «Γέρος», χωρίς καλά καλά να έχει ξεπεράσει το πρώτο σοκ, δοκίμασε και το δεύτερο, διαπιστώνοντας ότι ο υπουργός του Γαρουφαλιάς, ο αρχηγός του ΓΕΣ Γεννηματάς και ο επικεφαλής του Στρατιωτικού Οίκου του βασιλέως Κωνσταντίνος Δόβας (ο πρωθυπουργός της υπηρεσιακής κυβέρνησης που διεξήγαγε τις εκλογές του 1961) κατήρτισαν βασιλικό διάταγμα για τη μετονομασία του Εθνικού Στρατού σε Βασιλικό Στρατό. Χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει τίποτα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου