Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

ΠΩΣ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΗ ΝΙΚΗ

Αν το καλοκαίρι του 1995 από την Ελούντα -όπου παραδοσιακά έκανε τις καλοκαιρινές του διακοπές- ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν άκουγε δύο στενούς του συνεργάτες και ένα προβεβλημένο κομματικό στέλεχος και υλοποιούσε την απόφασή του να αποπέμψει όχι μόνο από την κυβέρνηση αλλά και από την Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ τον Κώστα Σημίτη, σίγουρα η πορεία του Κινήματος (αν όχι και του τόπου) θα ήταν διαφορετική. Λίγους μήνες αργότερα ο κ. Σημίτης (εκτός κυβέρνησης πλέον) αξιοποίησε τη δυνατότητα του μέλους της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ και αναρριχήθηκε στην
 προεδρία της, κάτι που, συγχρόνως, του έδωσε και το αξίωμα του πρωθυπουργού του τόπου. Για να φτάσει εκεί, χρειάστηκε να κάνει περισσότερα από 21 χρόνια σκληρή υπομονή. Μπορεί ο ίδιος να αισθανόταν και να δήλωνε «συνιδρυτής του ΠΑΣΟΚ», αλλά πάντοτε ήταν «εκτός κλίματος», στο κόμμα του παρότι συμμετείχε σχεδόν πάντοτε στα καθοδηγητικά κλιμάκιά του. Δεν υπήρξε ποτέ ανδρεϊκός, η «διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη» ήταν ξένο κείμενο για κείνον, ενώ πάντοτε τον έβρισκαν αντίθετο βασικές πτυχές της πολιτικής των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ.

Πίστευε όμως πάντοτε στα «κόμματα των μαζών» και γνώριζε ότι έστω και αν ένιωθε κάτι σαν… λαθρεπιβάτης στο όχημα του Ανδρέα, δεν έπρεπε να κατέβει ποτέ από αυτό. Και η ιστορία τον δικαίωσε! Στην πορεία του στο ΠΑΣΟΚ βρέθηκε πολλές φορές απέναντι στον ιδρυτή του Κινήματος. Η αφίσα για την ΕΟΚ, η (πρώτη) αποπομπή του από την κυβέρνηση το 1987, το «Πεντελικό» είναι μόνο μερικές από αυτές. Ποτέ όμως δεν είχε τραβήξει στα άκρα…
Αντίθετα, το έπραξε τέλη του 1994, όταν ήταν υπερυπουργός (Βιομηχανίας και Εμπορίου) και μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου, συμμετέχοντας ενεργά -κάτι σαν άτυπος επικεφαλής- στην ομάδα των «τεσσάρων», μαζί με τον Θεόδωρο Πάγκαλο, τη Βάσω Παπανδρέου και τον Παρασκευά Αυγερινό.
Κι εκεί όμως αποδείχθηκε περισσότερο έξυπνος και πιο μεθοδικός από τους άλλους. Την ώρα που οι υπόλοιποι τρεις εργάζονταν για τον κοινό σκοπό (αντικατάσταση Ανδρέα) εκείνος, παράλληλα, έστηνε δικό του μηχανισμό. Και γι’ αυτή τη δουλειά ευτύχησε να συνεργαστεί με τον «πρώτο των πρώτων», τον Θόδωρο Τσουκάτο, ο οποίος -με αντικειμενική κρίση- είναι το κορυφαίο οργανωτικά στέλεχος που έχει αναδείξει η πολιτική ζωή του τόπου.
Ο κ. Τσουκάτος όργωσε για λογαριασμό του πάνω από δύο φορές ολόκληρη τη χώρα. Οργάνωνε υπέρ του Νομαρχιακές Επιτροπές, του έστηνε συγκεντρώσεις, του έφερνε στελέχη στο γραφείο. Ακόμα και βουλευτές έπειθε, παρότι δεν είχε εκείνος αυτή την ιδιότητα, παρά μόνο τα απλά στην κομματική ιεραρχία αξιώματα του μέλους της Κεντρικής Επιτροπής και του αναπληρωτή γραμματέα του Τομέα Οικονομικού του Κινήματος. Συγχρόνως, ο Κ. Σημίτης με τις απόψεις του, οι οποίες είχαν σημαντική απόκλιση από τις σοσιαλιστικές του ΠΑΣΟΚ (ίσως κι από εκείνες της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας) κατάφερε να δημιουργήσει ένα εξαιρετικά ευνοϊκό για τον ίδιο επικοινωνιακό περιβάλλον. Οι επιχειρηματίες που ήλεγχαν τότε τα μέσα ενημέρωσης, τον πρόβαλαν δεόντως εκτιμώντας ότι αν επικρατούσε ο ίδιος στη μάχη της «διαδοχής» θα προωθείτο η απελευθέρωση της Οικονομίας. Οι αρχές της δεκαετίας του ’90 έβρισκαν τον Κ. Σημίτη να ελέγχει μία μικρή ομάδα βουλευτών, που δεν συμπλήρωνε τα δάχτυλα δύο χεριών. Κι όμως, μέσα σε μια πενταετία έγινε ο πιο μαζικός απ’ όσους συμμετείχαν στη «μάχη των επιγόνων». Το πολιτικό γραφείο στην οδό Ακαδημίας, αριθμός 35, έγινε τη διετία 1994-1996 το πιο σημαντικό πολιτικό εντευκτήριο της χώρας. Εκεί, με το συντονισμό του «πιστού» του συγγραφέα, Νίκου Θέμελη, και του κ. Τσουκάτου, άλλαξε η πολιτική ιστορία του ΠΑΣΟΚ. Από κοντά πολλά στελέχη, όπως οι τότε βουλευτές Γιάννης Ζαφειρόπουλος, Βαγγέλης Μαλέσιος, Γιώργος Δρυς, Θόδωρος Κολιοπάνος, Θόδωρος Κοτσώνης (ο οποίος σήμερα στεγάζεται στη Δημοκρατική Συμμαχία της Ντόρας Μπακογιάννη) αλλά και με κομματικά στελέχη, όπως ο Στέφανος Μανίκας, ο Τάσος Μαντέλης, ο Λάμπρος Κανελλόπουλος, ο Χρήστος Πρωτόπαπας, προσωπικοί συνεργάτες (όπως ο Χρ. Βερελής) και αρκετοί ακόμα. Όλοι οι παραπάνω βρίσκονταν εκεί σε μόνιμη συνεδρίαση. Είχαν δε διαμορφώσει ειδικά -σε αίθουσα συσκέψεων- και το γραφείο τού πάνω ορόφου, που ανήκε στον αδελφό του μετέπειτα πρωθυπουργού, καθηγητή Σπύρο Σημίτη.
Η τακτική του συγκεκριμένου επιτελείου ήταν στοχευμένη στο τελικό αποτέλεσμα. Ήταν η λεγόμενη «τακτική των δύο γύρων». Θεωρούσε ότι ο Κ. Σημίτης θα είναι οπωσδήποτε στην επαναληπτική αναμέτρηση με πιθανότερο αντίπαλο τον Α. Τσοχατζόπουλο. Έτσι, η βολιδοσκόπηση γινόταν σε δύο επίπεδα. Όσοι δεν πείθονταν να ψηφίσουν Σημίτη από τον α’ γύρο γινόταν προσπάθεια ώστε να πουν το πολυπόθητο «ναι» για τον δεύτερο. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα βουλευτών που λειτούργησαν έτσι στον β’ γύρο ήταν ο Νίκος Φαρμάκης της Λάρισας και ο Παυσανίας Ζακολίκος της Μαγνησίας.
Την παραμονή της εκλογής νέου πρωθυπουργού στο «εκσυγχρονιστικό» στρατόπεδο δεν είχαν γιορτές, όπως οι «προεδρικοί» στον κ. Λιβάνη, οι «τσοχατζοπουλικοί» στου κ. Κοτσακά και οι Νεολαίοι του ΠΑΣΟΚ (απόλυτα «ακικοί» τότε) στο μπαρ «Κόμης» στα Πατήσια, ως προσκεκλημένοι της (επίσης εορτάζουσας) Τόνιας Αντωνίου, ηγετικού στελέχους της Οργάνωσής του. Ο Κ. Σημίτης επέλεξε κι εκείνος το βράδυ να το περάσει στο διαμέρισμά του, στην οδό Αναγνωστοπούλου, με μοναδική συντροφιά τη σύζυγό του Δάφνη. Εκεί άλλωστε επέστρεψε και το επόμενο, θριαμβευτικό για κείνον, βράδυ νωρίς νωρίς. Μόλις εκλέχτηκε μετέβη στο γραφείο του πρωθυπουργού στη Βουλή, όπου δέχτηκε τις ευχές των βουλευτών και κατόπιν μετέβη για λίγο στην Ακαδημίας, όπου είχαν συγκεντρωθεί δεκάδες κομματικά στελέχη για να τον συγχαρούν. Εκεί έκαναν και τη μοναδική δημόσια εμφάνισή τους και οι δύο κόρες του, οι οποίες (προς τιμήν τους) κατά την οκταετία της παντοκρατορίας του απέφυγαν επιμελώς τα φώτα της δημοσιότητας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου