Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Η ΠΛΕΥΡΑ ΤΩΝ ΗΤΤΗΜΕΝΩΝ


Οι δύο ηττημένοι, Ακης και Αρσένης

Ο ίδιος ο Άκης Τσοχατζόπουλος ποτέ δεν παραδέχθηκε ότι θα διεκδικούσε την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Ουσιαστικά ήταν ο άνθρωπος που το κράτησε όρθιο ως κομματικό μηχανισμό όταν τα σημάδια ασθένειας του Ανδρέα Παπανδρέου έγιναν (από τον Αύγουστο του 1988) κάτι περισσότερο από ορατά, αλλά πάντοτε ενέτασσε την προσφορά του στην επίτευξη των κοινών στόχων. Όμως τόσο ο ίδιος όσο και η ομάδα των στενών συνεργατών του (οι «Γερμανοί όπως τους έλεγαν, αυτοί που γνώριζαν καλά τα εσωτερικά του Κινήματος, λόγω της πολυετούς θητείας του Άκη εκεί) γνώριζαν ότι «κάποτε θα έλθει αυτή η ώρα».
 Ήδη μια πρόβα τζενεράλε είχε γίνει από όλους (τους φίλους του και τους αντιπάλους του) στο 3ο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ (Απρίλιος
1994) όταν υπήρξε ένας ευρύς συνασπισμός εσωκομματικών δυνάμεων (Σημίτης, Αρσένης κ.τ.λ.) που είχε καταφέρει ψηφίζοντας το λεγόμενο «ασυμβίβαστο» (μεταξύ των αξιωμάτων του γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής και του υπουργού) να μην πάρει ο κ. Τσοχατζόπουλος όλες τις εξουσίες στα χέρια του.
Βεβαίως, τότε, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν πήρε θέση με αποτέλεσμα το Σώμα να ψηφίσει ελεύθερα. Ο Άκης και οι συν αυτώ πόνταραν στη στήριξη του ιδρυτή του Κινήματος όταν έφτανε η ώρα της διαδοχής. Όμως εκείνη η ώρα έφτασε (στις 18 Ιανουαρίου 1996) με τον Ανδρέα, ανήμπορο, να κλείνει δύο μήνες στο κρεβάτι του Ωνάσειου…
Συγχρόνως ο κ. Τσοχατζόπουλος ήταν επιφορτισμένος (ως πρώτος τη τάξει υπουργός) με το συντονισμό μιας (παραπαίουσας, λόγω της φυσικής αδυναμίας του πρωθυπουργού) κυβέρνησης και δεν έλεγε να καταλάβει ότι η «ώρα μηδέν» είχε φτάσει.
Όταν ήδη είχε ξεκινήσει η κούρσα της διαδοχής (με τους Κώστα Σημίτη και Γεράσιμο Αρσένη να δηλώνουν επισήμως παρόντες) έφτασε στο σημείο να υπακούσει στις δραματικές κραυγές αγωνίας των «υπαρχηγών» του, Γιώργου Δασκαλάκη και Αντώνη Κοτσακά, και να δώσει τη συγκατάθεσή του για να ξεκινήσει η μάχη.
Η πρώτη ευρεία σύσκεψη έγινε ένα απόγευμα Σαββάτου, παραμονές της Συνόδου Κορυφής της Μαδρίτης, στην οποία ο ίδιος εκπροσώπησε την Ελλάδα, και στο γραφείο του στη Βασιλίσσης Σοφίας (στο άλλοτε υπουργείο Προεδρίας) συγκεντρώθηκαν πέραν των προαναφερθέντων και άλλοι βουλευτές, όπως οι Γιώργος Μωραΐτης, Γιάννης Χαραλάμπους και Λάζαρος Λωτίδης, καθώς και κομματικά στελέχη, μεταξύ των οποίων οι Γιώργος Αγραφιώτης και Χάρης Τσιόκας.
Εις εκ των παραπάνω άρχισε να αναγιγνώσκει τον κατάλογο των βουλευτών για να γίνει μια πρώτη καταμέτρηση δυνάμεων.
Σε κάποια φάση η ανάγνωση έφτασε στην περιφέρεια Ιωαννίνων και στο όνομα «Ευάγγελος Μαλέσιος». Τότε ο ίδιος ο κ. Τσοχατζόπουλος έκανε το εξής σχόλιο: «Ο Βαγγέλης είναι δικό μας παιδί, χρόνια στο κόμμα. Θα μας ψηφίσει».
Η αίθουσα πάγωσε! Κανένας δεν μίλησε πλην ενός του προσωπικού του επιτελείου που ψέλλισε: «Μα, τι λέμε τώρα; Αυτός είναι πλήρως ενταγμένος στο μηχανισμό του Σημίτη, συμμετέχει στις συσκέψεις τους, εδώ και καιρό…».
Αυτός ήταν ο Άκης του τότε. Έβλεπε τα εσωκομματικά μαχαιρώματα και τις ίντριγκες υπό το φως ενός ιδιότυπου ρομαντισμού που απέβαινε διαρκώς εις βάρος του…
Στο μεταξύ οι επαφές ξεκίνησαν. Τον κύριο όγκο των βουλευτών συναντούσαν ο κ. Κοτσακάς στο υπουργείο Αιγαίου στην οδό Φιλελλήνων και ο κ. Δασκαλάκης στην πλατεία Κλαυθμώνος, στον 4ο όροφο του υπουργείου Εσωτερικών. Κάποιοι περνούσαν και από τους ανταγωνιστές του Σημίτη και Αρσένη, οι οποίοι συνάντησαν το σύνολο σχεδόν των μελών της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ. Ο κ. Τσοχατζόπουλος βρέθηκε με λιγότερα από τα μισά. Κι αυτό του κόστισε.
Την ίδια ώρα, το επικοινωνιακό περιβάλλον ήταν τρομερά δυσχερές για τον ίδιο. Δημοσκοπήσεις που δημοσίευσαν οι εφημερίδες και πρόβαλαν οι τηλεοπτικοί σταθμοί το έφερναν… τρίτο και καταϊδρωμένο.
Όμως οι γνωρίζοντες τα του ΠΑΣΟΚ ήταν βέβαιοι για αναμέτρηση Σημίτη – Άκη. Τα μόνα τους ερωτήματα ήταν πόσες ψήφους θα συγκέντρωνε ο καθένας στον α’ γύρο και ποιος θα επικρατούσε τελικά στον δεύτερο. Για αυτό έκπληξη για εκείνους ήταν οι 50 ψήφοι του κ. Αρσένη, που με πρωτοφανή κόπο και μεθοδικότητα συγκέντρωσε ο τότε υπουργός Εθνικής Άμυνας.
Μέχρι τότε, η Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ δεν είχε ιδιαίτερο ρόλο στα δρώμενα του Κινήματος. Η Κεντρική Επιτροπή ήταν (από την ίδρυσή του κι έπειτα) το κεντρικό καθοδηγητικό όργανο. Ο τότε επίτροπος της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση Χρήστος Παπουτσής είχε προτείνει στον Άκη να συγκληθεί το Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ (ένα μεικτό όργανο αποτελούμενο από τα μέλη της Κ.Ε., τους βουλευτές, τους ευρωβουλευτές, τους γραμματείς των Νομαρχιακών Επιτροπών και τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου του Κινήματος) και να υποδείξει το νέο πρωθυπουργό, την ανάδειξη του οποίου να επικύρωνε στη συνέχεια η Κοινοβουλευτική Ομάδα.
Ήταν βέβαιο ότι μια τέτοια διαδικασία θα έδινε «νίκη-αέρα» στον Άκη (αφού ήλεγχε απόλυτα Κ.Ε. και Νεολαία). Ο ίδιος όμως, τυπολάτρης, δεν τη δέχτηκε, παρότι ήταν στο πνεύμα του Καταστατικού του ΠΑΣΟΚ και δεν παραβίαζε το Σύνταγμα, που προέβλεπε εκλογή « διαδόχου» από την Κ.Ο.
Έτσι φτάσαμε στην παραμονή εκλογής νέου πρωθυπουργού. Το ημερολόγιο έδειχνε Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 1996 και η Εκκλησία μας τιμούσε τη μνήμη του Αγίου Αντωνίου.
Ο κύριος κορμός των υποστηρικτών Τσοχατζόπουλου βρισκόταν στο σπίτι του εορτάζοντος, του κ. Κοτσακά, στην οδό Ευτυχίας, στο Μοσχάτο. Όλοι πλην του Άκη, ο οποίος ήταν πάντοτε συνεπής σε αυτό το ετήσιο ραντεβού.
«Πού είναι, πού είναι;», ρωτούσαν οι επισκέπτες τον εορτάζοντα. «Παιδιά, αν θα προλάβει θα έλθει. Η φετινή γιορτή όμως δεν είναι σαν τις προηγούμενες. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο σπίτι του (σ.σ. επίσης εορτάζοντος) Αντώνη Λιβάνη και εκεί είναι και ο Αρσένης. Καταλαβαίνετε…».
Σε κάποια στιγμή, περασμένες δύο, χτύπησε το τηλέφωνο της οικογένειας Κοτσακά. Ήταν ο Άκης, ο οποίος ενημέρωσε τον εορτάζοντα ότι ο κ. Λιβάνης είχε καλέσει εκείνον και τον Αρσένη σε ένα απόμερο δωμάτιο της κατοικίας του και τους έβαλε να δώσουν τα χέρια ότι αν ένας από τους δύο μείνει «εκτός νυμφώνος» θα κατεύθυνε τις δυνάμεις του προς το μέρος του άλλου.
Αυτή η συμφωνία όμως δεν υλοποιήθηκε ποτέ…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου