Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΑ ΜΑΡΑΣΛΕΙΑΚΑ



Ως «Μαρασλειακά» έχουν μείνει στην ιστορία τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν την περίοδο 1925-1926, με αφορμή τον τρόπο διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας, και ιδιαίτερα της Επανάστασης του 1821, από τη Ρόζα Ιμβριώτη, στο Μαράσλειο Διδασκαλείο.
Το επεισόδιο που, όπως έδειξαν οι εξελίξεις, ήταν σχεδιασμένο δεν περιορίστηκε στο Διδασκαλείο. Στόχος αυτών που κατήγγειλαν την Ιμβριώτη για διδασκαλία με βάση τον υλιστικό
τρόπο ανάλυσης της Ιστορίας ήταν το γλωσσικό και εκπαιδευτικό έργο στην Παιδαγωγική Ακαδημία η οποία με
διευθυντή τον Δημήτρη Γληνό προετοίμαζε τους καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης. Το Μαράσλειο Διδασκαλείο με διευθυντή τον Αλέξανδρο Αλ. Δελμούζο και ξεχωριστούς δασκάλους επιδίωκε τόσο την εμπέδωση της δημοτικής γλώσσας από τους εκπαιδευτικούς όσο και τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης.
Στις 22 Μάρτη 1925 στη συνεδρίαση του προσωπικού του Μαρασλείου η Ρόζα Ιμβριώτη, που δίδασκε Φιλοσοφία της Ιστορίας, κλήθηκε να εξηγήσει τον τρόπο διδασκαλίας της:
Ιμβριώτης: «Στην τελευταία τάξη του Διδασκαλείου την ιστορία της επαναστάσεως του ’21 την εξετάζω υπό το βασικό πρόβλημα ότι η επανάστασις του ’21 είνε σκέψη και εκτέλεση και αποτέλεσμα της εξεγέρσεως της Αστικής τάξεως, επηρεασθείσης από την εξέγερση ομοίων τάξεων της Δύσεως».

Δελμούζος: «Μα πώς, κυρία Ιμβριώτου, τα διάφορα στρατιωτικά γεγονότα π.χ. τις στρατιωτικές μάχες – το Μεσολόγγι – τους ελεύθερους πολιορκημένους του Μεσολογγίου θα τα παρέλθετε; Κάτι τέτοια γεγονότα, όπως το στρατηγικό σχέδιο των Τούρκων κ.λπ., θα τα παρασιωπήσετε;».
Ιμβριώτη: «Όχι βέβαια τη μάχη της Τριπολιτσιάς, το Μεσολόγγι… αλλά όλα τα διάφορα πολιτικοστρατιωτικά γεγονότα εξετάζονται υπό το βασικό πρόβλημα…».
Τα παραπάνω έδωσαν την ευκαιρία σε τρεις καθηγητές του Μαρασλείου να κατηγορήσουν την Ιμβριώτη για παραποίηση της ελληνικής Ιστορίας. Το ζήτημα έγινε υπόθεση των εφημερίδων κυρίως της συντηρητικής παράταξης που κατήγγειλαν τη δράση των «άθεων, μαλλιαρών και κομμουνιστών που υπονομεύουν τα θεμέλια της πατρίδος, της θρησκείας και της οικογενείας».
Oι καταγγελίες των τριών καθηγητών, τα δημοσιεύματα των εφημερίδων και οι οργισμένες ανακοινώσεις των χριστιανικών σωματείων οδηγούν σε ανακρίσεις και συγκρότηση επιτροπών από το υπουργείο Παιδείας. Ακόμη έγγραφο της Ιεράς Συνόδου στο υπουργείο Παιδείας προκαλεί τη διενέργεια έρευνας. Μέχρι και δημόσιες συγκεντρώσεις έγιναν και η Γενική Ασφάλεια έστειλε προς έρευνα την υπόθεση σε αντεισαγγελέα για να ερευνήσει το θέμα «από κομμουνιστικής απόψεως». Τελικά, οι Δελμούζος και Γληνός απολύθηκαν για «λόγους οικονομίας», ενώ η Ρόζα Ιμβριώτη, ο Ιορδανίδης και ο Μιχάλης Παπαμαύρος απολύθηκαν στο πλαίσιο των πειθαρχικών διώξεων. Διώχθηκε και ο ποιητής Κώστας Βάρναλης που υπηρετούσε τότε ως εκπαιδευτικός. Κατηγορήθηκε ότι αποκάλεσε πόρνη την Πατρίδα και «εξύβρισε» την Παναγία στο βιβλίο του «Φως που καίει». Εκτός από το «Φως που καίει» ο Βάρναλης κατηγορήθηκε από την Εκκλησία και για το βιβλίο «Η Κοινωνική σημασία της Επανάστασης» για το οποίο εκδόθηκε και ειδική εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου. Τιμωρήθηκε με εξάμηνη απόλυση και μετάθεση. Έπειτα από αυτό ο ποιητής οδηγήθηκε στην παραίτηση.
Το ιστορικό πλαίσιο
Στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα αρχίζει να παίζει ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας, με τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας και το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας, που το 1924 μετονομάστηκε σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Παράλληλα, συνεχίζονται και οι διαμάχες για το γλωσσικό ζήτημα, στις οποίες πρωταγωνιστούν, από την πλευρά των «μαλλιαρών» δημοτικιστών, διανοούμενοι όπως ο Δημήτρης Γληνός, ο Γιάνης Κορδάτος και ο Κώστας Βάρναλης, οι οποίοι είχαν επηρεαστεί από τις ιδέες της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917 στη Ρωσία. Η Εκκλησία δεν έμεινε έξω από αυτόν το σκληρό ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα συνέβησαν στις αρχές ακόμη της Πρώτης Δημοκρατίας.
Το 1924, η έκδοση του βιβλίου του Γιάνη Κορδάτου για την «Κοινωνική σημασία της επανάστασης του ’21», με τις γνωστές αρνητικές αναφορές στο ρόλο του Πατριαρχείου και του ανώτερου κλήρου, ξεσηκώνει θύελλα διαμαρτυριών από τα χριστιανικά σωματεία, που ζητούν την παραπομπή του συγγραφέα στη Δικαιοσύνη.
 «Μέγα κοινωνικόν πρόβλημα»
Με το θέμα του βιβλίου του Γιάνη Κορδάτου για την Επανάσταση του 1821 ασχολείται η Ιερά Σύνοδος τον Οκτώβριο του 1924 και είναι ενδεικτικές για το κλίμα της εποχής οι θέσεις που διατύπωσαν τα μέλη της και ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος, ο οποίος εκλήθη να δώσει απάντηση και για μια συνάντησή του με τον Δημήτρη Γληνό:
Σύρου Αθανάσιος: «Ότε κατά τους τελευταίους χρόνους ενεφανίσθησαν νέαι ιδέαι, ως κατά του προσώπου του Ιησού Χριστού, και βιβλία σχετικά εγράφησαν, η Εκκλησία διά βιβλίων αντεπεξήλθεν. Όταν ο Σοσιαλισμός έφθασεν εις το κατακόρυφον εν Γερμανία και βιβλία υπό Μπέμπελ και άλλων εις την λαϊκήν γλώσσαν εγράφησαν και ταύτα την κοινωνίαν κατέπλησσον, τας δε λαϊκάς τάξεις ανεστάτουν, διά βιβλίων αντεπεξήλθον. (…) Η παραπομπή του βιβλίου του Κορδάτου εις τα δικαστήρια ή ο αφορισμός αυτού ζημίαν θα φέρωσι· τα μόνα όπλα είναι η δύναμις του γραπτού και προφορικού λόγου».
Αθηνών Χρυσόστομος: «Το αναγραφόμενον εν τω υπομνήματι περί απειλής εκ μέρους του Γληνού προέρχεται εκ παρεξηγήσεως, διότι από ετών ουδέ εις προσωπικήν συνάντησιν έχω έλθει μετά τούτου. Ίσως πρόκειται περί άλλου τινός επεισοδίου προ πολλού. (…) Δεν δύναται η Εκκλησία ν’ αναμιχθή επί γλωσσικού ζητήματος. Αληθές εστίν ότι εκπαιδευτικοί τινες ομιλούσι κατά της νηστείας, της προσευχής και άλλων και περί αυτών δέον ν’ ασχοληθώμεν».
Δημητριάδος Γερμανός: «Το γλωσσικόν ζήτημα είναι ξένον προς την Εκκλησία;».
Αθηνών Χρυσόστομος: «Βεβαίως όχι, αλλ’ εκείνο, το οποίον δέον ν’ απασχολήση ημάς είναι το θρησκευτικόν μόνον μέρος. Μία αναίρεσις του βιβλίου του Κορδάτου δέον να γίνη».
Γόρτυνος Πολύκαρπος: «Φρονώ ότι το εργατικόν δέον να εξετασθή ως προς την θρησκείαν καθόλου, διότι πολλοί εργάται πλανώνται. Ανάγκη να δηλωθή ότι η θρησκεία, καθώς είναι κατά των πλουσίων, ούτω είναι και συμπαθής των εργατών».
Μαντινείας Γερμανός: «Φρονώ ότι δέον να μη πραγματεύηται περί πλουσίων και εργατών, αλλά δι’ αυτής να δεικνύηται πότε η Εκκλησία επευλογεί τους πλουσίους και πότε τους πτωχούς, άνευ μηδεμιάς μνείας του κομμουνισμού».
«Κομμουνιστάς παντού έχομεν»
Καλαβρύτων Τιμόθεος: «Κομμουνιστάς παντού έχομεν και δυνάμεθα να τους πλήξωμεν διά μιας εγκυκλίου. Το μη θίγειν, σημαίνει ότι ευρισκόμεθα εις την αυτήν κατάστασιν. Έχουσι προπαγάνδαν και εκ του κέντρου εξηπλώθησαν και εις τα πλέον απόκεντρα χωρία».
Ο Μητροπολίτης Χαλκίδος Γρηγόριος Πλειαθός
Χαλκίδος Γρηγόριος: «Το ζήτημα εγενικεύθη και συζητείται το κοινωνικόν ζήτημα. Ουδείς θέλει να θίξη μίαν μερίδα. Υπάρχει μέγα κοινωνικόν πρόβλημα. Οι κομμουνισταί γράφουσι κατά της θρησκείας, αλλά και όλοι δεν είναι πολέμιοι αυτής και θρησκεύονται. Η Εκκλησία δεν παρηκολούθησε τον εργάτην. Αυτός βλέπει η Εκκλησία να υπάρχη μετά των πλουσίων. Πρέπει τα ζητήματα να διακριθώσιν· ολόκληρος η εργατική τάξις, υπάλληλοι και πολλοί μεμορφωμένοι ανήκουσιν εις τον κομμουνισμόν. Έχομεν την εγκατάλειψιν του εργάτου και δεν πρέπει ν’ αντιταχθώμεν αμέσως. Πρέπει να παρακολουθήσωμεν αυτόν και εις την Εκκλησίαν τον οδηγήσωμεν». (Αξίζει να σημειωθεί ότι στη διάρκεια της Kατοχής ο Γρηγόριος τήρησε στάση «ευμενούς ουδετερότητας» απέναντι στο ΕΑΜ στο οποίο κυριαρχούσαν οι κομμουνιστές και γι’ αυτό το 1945 καταδικάστηκε σε ολιγόμηνη αργία από το Συνοδικό Δικαστήριο.)
Καρυστίας Παντελεήμων: «Αποδέχομαι τα του Αγίου Χαλκίδος. Πλην και έκαστον σωματείον έχει ίδιον σκοπόν. Ούτω και οι κομμουνισταί σκοπόν έχουν την ανατροπήν της θρησκείας, ίνα εξ αυτής, ως λέγουσι, τον λαόν απελευθερώσωσιν· αν οι εργάται παραπονώνται ότι η Εκκλησία τούς εγκατέλιπε και αύτη σκοπόν έχει να δείξη ότι θέλει να τους ευλογή. Αι αρχαί δέον να τύχωσι προσεκτικής ερεύνης, χωρίς να θιχθώσι πρόσωπα. Ως προς το γλωσσικόν ζήτημα, έγιναν, φρονώ, ευχάριστοι, διότι εις την γλώσσαν της καρδίας των ωμίλησαν. Ο λαός επιθυμεί να αισθανθή την Εκκλησίαν».
Χαλκίδος Γρηγόριος: «Ερωτώ τον Μακαριώτατον, εάν τα Σοβιέτ ανεγνώρισαν την Εκκλησίαν».
Αθηνών Χρυσόστομος: «Ανέχονται ταύτην».
Χαλκίδος Γρηγόριος: «Επομένως, συμπεραίνω ότι η επίσημος οργάνωσις δεν παρουσιάζεται πολεμία τη Εκκλησία».
Καρυστίας Παντελεήμων: «Βαθμηδόν θέλουσι να κάμωσι τούτο».
Αθηνών Χρυσόστομος: «Το εκδοθησόμενον βιβλίον θα είναι γενικόν και δεν θα στρέφεται ειδικώς κατά του Κορδάτου».
«Δυναμικότερα μέτρα»
Υπάρχουν όμως και μητροπολίτες που ζητούν «δυναμικότερα μέτρα»:
Μονεμβασίας Γερμανός: «Δεν άκουσα όμως εν άλλο μέτρο, ότι δηλαδή διά του υπουργού δέον να καταγγελθή εις την Αστυνομίαν, συμφώνως τω Καταστατικώ Νόμω, η διάδοσις του βιβλίου αυτού».
Ναυπακτίας Αμβρόσιος: «Με προέλαβεν ο Άγιος Μονεμβασίας, όστις και εξέθηκε τας εκ του Καταστατικού Νόμου υποχρεώσεις της Πολιτείας. Ως προς το γλωσσικόν ζήτημα, ο Καταστατικός της Εκκλησίας Χάρτης ουδέν δικαίωμα επεμβάσεως παρέχει τη Εκκλησία».
Τρίκκης Πολύκαρπος: «Συνιστώ όπως κληθώσιν οι υπογράψαντες το υπόμνημα και αναφέρωσι συγκεκριμένα γεγονότα ως προς τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς».
Άρτης Σπυρίδων: «Πληροφορώ την Ι.Σ. ότι το Ε’ Σώμα Στρατού εζήτησε παρά του Μητροπολίτου της περιφερείας του συνεργασίαν κατά του κομμουνισμού και ουδέν ενήργησεν, έως ου συνεννοηθή μετά της Συνόδου και δι’ αυτό ζητεί την γνώμην ταύτης, εάν δύναται και υπό ποίον πνεύμα ν’ απαντήση. Ως προς το υπόμνημα, δεν πρέπει, φρονώ, να εφαρμοσθή η ιδέα “πάσσαλος πασσάλω εκκρούεται”, διότι πόλεμον οξύν θα προκαλέση και εις τούτο η Εκκλησία δέον να έχη τα ανάλογα μέσα, βιβλία κ.λπ. Πλην είναι γνωστή η οικονομική της Εκκλησίας καχεξία και δι’ αυτό ο πόλεμος κατά του κομμουνισμού δέον ηπιώτερος να είναι, διότι άλλως θα προκαλέση ανάλογον αντίδρασιν».
Τελικά αποφασίζεται ν’ ανατεθεί στο θεολόγο Π. Τρεμπέλα η συγγραφή μελέτης με τίτλο «Ο ιστορικός υλισμός εξ απόψεως φιλοσοφικής», η οποία θα αναιρεί τις θέσεις του Κορδάτου. Η μελέτη αυτή εκδόθηκε το Μάιο του 1925 και διακινήθηκε μέσω των εκκλησιών της χώρας.
Πάγκαλος και Εκκλησία κατά των «ασεβών υλιστών»
Διώκονται οι «μαλλιαροί» και κλείνει η Παιδαγωγική Ακαδημία
Την ίδια εποχή (άνοιξη του 1925) ξεσπούν και τα «Μαρασλειακά». Τα χριστιανικά σωματεία και οι οπαδοί της καθαρεύουσας κατακλύζουν το υπουργείο Παιδείας (δικτατορική κυβέρνηση Πάγκαλου) και την Ιερά Σύνοδο με καταγγελίες ότι στην Παιδαγωγική Ακαδημία και το Μαράσλειο Διδασκαλείο οι καθηγητές ακολουθούν «αντεθνικές» και «υλιστικές» μεθόδους. Στις 18 Ιουλίου 1925, η Ιερά Σύνοδος ζητά την παρέμβαση του υπουργείου Παιδείας. Έτσι, τον Ιανουάριο του 1926, απομακρύνονται οι εκπαιδευτικοί Δημήτρης Γληνός, Αλέξανδρος Δελμούζος, Ρόζα Ιμβριώτη, Μιχάλης Παπαμαύρος, Ιορδανίδης και Κώστας Βάρναλης και καταργείται η Παιδαγωγική Ακαδημία.
Η απομάκρυνση των «μαλλιαρών» συζητήθηκε και στην Ιερά Σύνοδο, στις 21 Ιανουαρίου 1926:
Γόρτυνος Πολύκαρπος: «Προκειμένης παύσεως των Βάρναλη και Ιμβριώτου και λοιπών θα έπρεπε να μελετηθή η υπόθεσις καλλίτερον και επί δεδομένων στοιχείων η Ι.Σ. να ενεργήση προσηκόντως».
Καρυστίας Παντελεήμων: «Να εξετασθή η υπόθεσις καλώς και να ανατεθή εις ένα ή δύο των Σεβ. Συνοδικών και μελετήσωσι το βιβλίον του Βάρναλη και άλλα ακόμη, επί τη βάσει δε των πληροφοριών τούτων ενεργήση η Ι.Σ.».
Κυθήρων Δωρόθεος: «Το ζήτημα τούτο παρουσιάζει τρεις εκφάνσεις, τον μαλλιαρισμόν, αθεϊσμόν και κομμουνισμόν. Αι εκφάνσεις αύται προεκάλεσαν άμεσον το ενδιαφέρον της Πολιτείας, αποφασισάσης να καταπολεμήση αυτάς, πράγμα όπερ ευκολώτερον θέλει επιτευχθή και τη συνδρομή της Εκκλησίας, μη αδρανούσης εν τη προκειμένη περιστάσει, και προσθέτω ότι είναι ανάγκη να συνταχθή εκ μέρους της Ι. Συνόδου εγκύκλιος και αναγνωσθή εις τον λαόν και δημοσιευθή εις τας εφημερίδας, μολονότι οι Σεβ. Αρχιερείς επιτελούσι το καθήκον των κατά του μαλλιαρισμού, του αθεϊσμού και του κομμουνισμού».
Κορινθίας Δαμασκηνός: «Κατόπιν της συλλογής πάντων των στοιχείων των σχετικών προς την υπόθεσιν η Ι.Σ. θα έπρεπεν ως εκ της σπουδαιότητος του ζητήματος να παρέπεμπε και διεβίβαζε πάντα τα σχετικά προς το Υπουργείον των Εκκλησιαστικών, προς μελέτην υπό ειδικών και ανάκρισιν υπό προσώπων αμερολήπτων».
Καλαβρύτων Τιμόθεος: «Ανάγκη να γίνη άμεσος ενέργεια, άνευ αναβολής της υποθέσεως, ένεκα της λεπτότητος του ζητήματος και της λεπτής θέσεως της Ι.Σ. εις ην περιήγαγον αυτήν».
Αθηνών Χρυσόστομος: «Οι περί ων πρόκειται, θελήσαντες να δημιουργήσωσι γλώσσαν δημοτικήν, ηρνήθησαν τον πολιτισμόν του παρελθόντος κ’ ενώ παρατηρεί τις ότι και αυτός ακόμη ο Ψυχάρης δεν έθιξε την θρησκείαν, αυτοί όμως θίγουν αυτήν, ως και την πατρίδα και την οικογένειαν.
Και διά να καθορίση την θέσιν της η Εκκλησία απέναντι αυτών, φρονώ ότι δεν πρέπει να προβή αύτη εις πράξιν αφορισμού αυτών, αλλά να καταδικάση τας στρεβλάς αυτών αντιθρησκευτικάς και αντεθνικάς δοξασίας, μη παρατρέχουσα βεβαίως και το γλωσσικόν ζήτημα, μόνον εφ’ όσον τούτο θίγει την θρησκείαν, λόγου χάριν, περί μεταφράσεως της Γραφής κ.λπ.».
Οι συνοδικοί αναθέτουν στο Μητροπολίτη Ηλείας Αντώνιο να μελετήσει το ζήτημα και να υποβάλει σχετικό υπόμνημα. Στις 15 Φεβρουαρίου 1926, το υπόμνημα παρουσιάζεται στη Σύνοδο και μ’ αυτό καλείται το υπουργείο Εκκλησιαστικών να προχωρήσει σε ανακρίσεις και να ζητήσει από τους εκπαιδευτικούς «να υποβάλωσι λίβελλον κατά των δοξασιών αυτών», να αποκηρύξουν δηλαδή τις ιδέες τους. Ακολουθεί μία ακόμη συνεδρίαση, που ασχολείται με την έκθεση του Αντωνίου, στην οποία οι Δελμούζος και Γληνός κατηγορούνται, ανάμεσα στ’ άλλα, ότι προσέλαβαν ως συνεργάτες τον Βάρναλη «κεκηρυγμένο κομμουνιστή, αναρχικό και άθεο», τον Ιορδανίδη «στοιχείο αναρχικό, εκδιωχθέν ως τοιούτον εξ Αιγύπτου» και τη Ρόζα Ιμβριώτη, «κεκηρυγμένη κομμουνίστρια».
Το «παιχνίδι» της Ιστορίας
Η τελευταία συζήτηση γίνεται στις 21 Απριλίου 1926. Ορισμένοι μητροπολίτες, με οξύτερο στις απαιτήσεις του το Μητροπολίτη Καλαβρύτων Τιμόθεο, ζητούν τη λήψη σκληρών μέτρων. Τελικά, υπερισχύει η θέση του αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου (με τον οποίο συμφωνούσαν «ισχυροί» μητροπολίτες, όπως ο Κορινθίας Δαμασκηνός), σύμφωνα με την οποία:
- Ζητείται μεν από το υπουργείο Εκκλησιαστικών να λάβει μέτρα.
- Τονίζεται όμως ότι «οι αρχηγοί της ειρημένης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης δεν αποδεικνύεται αναντιρρήτως ότι διεξάγουσιν, ως κατηγορούνται, πόλεμον αντιθρησκευτικόν και αντεθνικόν».
Μ’ αυτό το σκεπτικό μετατίθεται η ευθύνη για τη λήψη της τελικής απόφασης στη Δικαιοσύνη. Και καλείται ο Άρειος Πάγος να κάνει ανακρίσεις, «ίνα αποφασίση ασφαλώς και επί αναντιρρήτων αποδείξεων ό,τι δέον προς πρόληψιν τού εκ της μεταρρυθμίσεως ταύτης ενδεχομένου θρησκευτικού και εθνικού κινδύνου.
Το απαλλακτικό πόρισμα
Οι ανακρίσεις ανατέθηκαν στον αρεοπαγίτη Γ. Αντωνακάκη, ο οποίος έκλεισε την υπόθεση το Νοέμβριο του 1926. Χαρακτήρισε ασύστατες τις κατηγορίες γιατί, όπως σημείωνε στο «διά ταύτα» της έκθεσής του: «…αντιθρησκευτικότητες, αντεθνικότητες και ανηθικότητες ήσαν επιθέσεως μέσα (…) και εχρησιμοποιήθησαν, διότι ήτο γνωστόν ότι αυτά κυρίως θα έκαμνον εντύπωσιν, ότι δι’ αυτών θα συνεκινείτο, ως και συνεκινήθη, η ελληνική κοινωνία ολόκληρος. Και δεύτερον, ότι η εν τω Μαρασλείω Διδασκαλείω τελουμένη εργασία ήτο σπουδαιοτάτη. (…) Ήτον έργον πλήρες από παλλόμενον θρησκευτικόν αίσθημα, από ζωντανόν αισιόδοξον πατριωτικόν ενθουσιασμόν, έργον το οποίον, και διά τον έχοντα επιφυλάξεις ως προς την χρησιμοποιηθείσαν ακράτως δημοτικήν γλώσσαν, ήτο άξιον καλυτέρας τύχης…». Ειδικότερα:
-Για την πρώτη κατηγορία («αντεθνική διδασκαλία»): Η διδασκαλία των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» του Σολωμού γινόταν «σύμφωνα με το δόγμα του κομμουνισμού»… Ο Αντωνακάκης στην έκθεσή του γι’ αυτή την κατηγορία: «πολύ περίεργος και εντελώς πρωτότυπος κομμουνισμός».
-Για τη δεύτερη κατηγορία («καλλιέργεια ηθικής εκλύσεως»… Εξαιτίας της διδασκαλίας στο Μαράσλειο τα κορίτσια απέβαλαν την ντροπή ώστε μάρτυρας είδε γνωστή του μαθήτρια «κυνικότατα και αναισχυντότατα εκπληρούσαν φυσικήν της ανάγκην [ουρούσαν] ενώπιον και απέναντί μου κατά τρόπον προκλητικόν»): «Η ουρούσα μαθήτρια του κ. Ι.Σ. ή Α. δεν είναι πρόσωπον ιστορικόν. Είναι δημιούργημα ανοήτου, μικροραδιούργου κομπορρήμονος φαντασιοπληξίας».
Για την τρίτη κατηγορία («κατάργηση ή περιφρόνηση του μαθήματος των θρησκευτικών», το σχολείο καλλιεργούσε πνεύμα αθεΐας και ανηθικότητας και «αι τοιαύται σχέσεις υπεθάλποντο παρά της διευθύνσεως δουλευούσης εις κομμουνιστικάς ροπάς ακολασίας εξομαλιζούσας την εις τον μπολσεβικικόν παράδεισον είσοδον»): «Το συμπέρασμα τούτο είναι όλως αυθαίρετον δημιούργημα»…
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι πως ο εισηγητής της λήψης μέτρων κατά των «μαλλιαροκομμουνιστών», Μητροπολίτης Ηλείας Αντώνιος, δεκαέξι χρόνια αργότερα, θα προσχωρήσει στο ΕΑΜ, θα αγωνιστεί μαζί με τον Βάρναλη, τον Γληνό, τον Παπαμαύρο και την Ιμβριώτη και θα τιμωρηθεί, μετά την απελευθέρωση, με την ποινή της καθαίρεσης από το βαθμό του επισκόπου. Αργότερα, η Ιερά Σύνοδος θα τον αποκαταστήσει στον επισκοπικό βαθμό, όχι όμως και στο θρόνο του.
Το σχίσμα των παλαιοημερολογιτών
Οι δραματικές αυτές εξελίξεις έχουν άμεση επίπτωση και στην Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία παράλληλα έχει να αντιμετωπίσει τα δικά της εσωτερικά προβλήματα, με πιο σημαντικό το παλαιοημερολογιακό ζήτημα, που κάνει την εμφάνισή του λίγο μετά την αποδοχή από την Ιεραρχία, τον Απρίλιο του 1923, της απόφασης του Πανορθόδοξου Συνεδρίου της Κωνσταντινούπολης για διόρθωση κατά 13 ημέρες του ιουλιανού ημερολογίου. Στην απόφαση αυτή αντέδρασαν μητροπολίτες και απλοί κληρικοί. Στις προσωπικές αντιθέσεις των ιεραρχών προστίθεται και η προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσης από την πλευρά της αντιβενιζελικής παράταξης. Έτσι, φτάνουμε στη δημιουργία παλαιοημερολογιακού ζητήματος, το οποίο κορυφώνεται το 1935 με την αποχώρηση τριών μητροπολιτών, από τους οποίους οι δύο καθαιρέθηκαν, ενώ ένας επέστρεψε στην επίσημη Εκκλησία.
Στα χρόνια του Χρυσοστόμου λύθηκε και το ζήτημα της διοίκησης των μητροπόλεων των Νέων Χωρών. Ύστερα από διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση, το Πατριαρχείο με συνοδική πράξη (4.9.1928) ανέθεσε «επιτροπικώς» και με όρους τη διοίκηση των μητροπόλεων αυτών στην Εκκλησία της Ελλάδος.(από την ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ 13 της 19ης Αυγούστου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου