Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

ΟΙ ΣΕΙΣΜΟΙ ΤΟΥ 1953 ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ

(Από το http://psalidios.blogspot.com/ )
«Έντεκα μόλις μέρες έχουνε περάσει από τη βιβλική καταστροφή τον νησιού του ’53. Η Ζάκυνθος από Σταυρωμένο μέχρι Πεντεκάμαρο κι από Άι – Λάζαρο ίσαμε Παλιά Βρύση, βρίσκεται σωριασμένη σε άμορφη μάζα από ερείπια. Ντουβάρια και ξύλα και πέτρες, που καπνίζουν ακόμα από το φοβερό άγλυμα της φωτιάς. Μόνος δρόμος επικοινωνίας που ’χει απομείνει είναι ο παραλιακός, η γνώριμη «Στράτα Μαρίνα». Σημαδεμένη και τούτη από το άπονο χτύπημα της μοίρας, μ’ ένα βαθιό χάσμα και τη μεριά της θάλασσας. Κι ο αέρας, αποπνέει ακόμα από τη μυρουδιά της καμένης σάρκας.
Ωστόσο κατά το απογιοματάκι, παρά το φουριόζο και συνάμα κρυαδερό πουνέντε, ένας περίεργος (!) κόσμος στέκεται ένα γύρω από την απείραχτη
εκκλησία του Αγίου στον Άμμο. Στέκεται και υπομονετικά περιμένει, για να παρακολουθήσει, λέει, τη χάρη Του, που σε λιγάκι θα λιτανευτεί.
Κι είναι αλήθεια περίεργος ετούτος ο κόσμος, όχι μόνο από την πλευρά της πολύχρωμης και φυσικά αταίριαστης μοντούρας του (στις έντεκα μέρες που έχουνε περάσει από τότες, το μάτι του Ζακυνθινού έχει πια εξοικειωθεί σε παρόμοιες φολκλορικές φιγούρες) αλλά πιο πολύ για το κουράγιο του, που ομοιόμορφα και πεισματικά αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη ματιά του. Γιατί ορισμένα χρειάζεται κουράγιο, πολύ κουράγιο και καρδιά φτιαγμένη από σκληρή πέτρα, για να βρεθεί τόπος, ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά, να χωρέσει παρόμοια εκδήλωση. Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία, πως πρώτος και κύριος λόγος αυτής της εκδήλωσης υπαγορεύτηκε από εσωτερική παρόρμηση. Ανάγκη να δοξολογήσει τον προστάτη του Άγιο, που σταμάτησε το κακό ώσαμε εδώ. Ακλόνητη πίστη μου δεν καταφέρει να γκρεμίσει ο σεισμός.
Έτσι σε κάμποση ώρα μια ακανόνιστη, χωρίς ρυθμό και συνοχή, με περίσσια όμως κατάνυξη λιτανεία, πλαισιωμένη με μορφές τραγικές, που μόνο θεοτοκοπούλειο χέρι θα μπορούσε ν’ αποθανατίσει, περνάει πλάι στα δέντρα του Άμμου. Θα ακολουθήσει τη μοναδική διαδρομή στο ρημαγμένο παραλιακό δρόμο, ενώ στο διάβα της θα τη συνοδέψει ένας ατελείωτος, γοερός θρήνος. Ένας θρήνος που δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η προσπάθεια το κόσμου να υμνήσει τον Άγιό του, τον πολιούχο Του, που περπατά μέσα στην ανύπαρκτη πόλη Του.
Πέρα όμως από τούτο το οπωσδήποτε λατρευτικό μέρος της μοναδικής αυτής εκδήλωσης, υπάρχει μεγάλο περιθώριο ν’ αναζητηθούν κι άλλοι λόγοι, που συντελέσανε στην πραγματοποίησή της. Λόγοι υπαρξιακοί και ψυχολογικοί, λόγοι παράδοσης και συνέχειας, αλλά επιτέλους και εγωιστικοί λόγοι.
Περισσότερο απλά. Διαπιστώνεται πως δώδεκα μέρες ύστερα από την ολοκληρωτική καταστροφή και μόλο που δεν έλεγε να σταματήσει ακόμα το τρελό τίναγμα της γης, η ζωή στο νησί έχει ξαναρχίσει. Ο ταλαιπωρημένος κάτοικος αυτού του τόπου, το πήρε απόφαση να αρχίσει πάλι από την αρχή.
Έτσι, χωρίς να περιμένει τίποτα άλλο, μαζεύει τ’ αποκαΐδια του, βρίσκει μια γωνιά κι ακουμπάει την οικογένειά του και απέ ανασκουμπώνεται… Ορθώνει το μπόι του με πείσμα και θέληση όχι μόνο για να σταθεί, αλλά και για να αναδημιουργήσει, όσο φυσικά μπορεί, αυτό το ίδιο που χάθηκε.
Από την πρώτη όμως στιγμή νιώθει την ανάγκη το δημιούργημα του να έχει ψυχή, ν’ αποπνέει τον αέρα του τόπου, να ’χει δεσμό με ό,τι υπήρχε. Κοιτάζει, λοιπόν, να βρει τους συνδετήριους κρίκους που θα ενωσούνε την προαυγουστιάτικη Ζάκυνθο του ’53 με τη νέα, τη μετασεισμική.
Κι η λιτανεία του Αγίου Διονυσίου, στις 24 Αυγούστου του 1953 το απόγιομα, τούτο το νόημα έχει.
Είναι ο πρώτος ίσως κρίκος που ένωσε το παλιό Ζάντε με την καινούργια Ζάκυνθο».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου