Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

ΜΗ ΜΙΛΑΣ ΑΛΛΟ ΓΙ' ΑΓΑΠΗ



''Με τέτοια φωνή, δεν υπάρχει περίπτωση. Περίεργη φωνή. Σκληρή. Καμιά σχέση με τη γλυκύτητα του Γιώργου Ζωγράφου, την ωραία βραχνάδα του Τσιγγάνου (Κώστας Χατζής) ή την εσωτερικότητα του Λάκη Παπά. Κι όμως κάποιος φίλος που τον είδε πρώτη φορά το 1964 σε μια μπουάτ, είχε να το λέει. Οχι μόνο συμπαθής αλλά διαφορετικός. Τα τραγούδια του δεν τα καταλαβαίνεις με την πρώτη, σίγουρα θέλουν μια πιο προσεκτική ακρόαση, αλλά είναι κι αυτή η γλώσσα
που χρησιμοποιεί περίεργη, σκληρή. Λέξεις όπως «νταρντάνα», «σωματική ανάγκη», «νταβατζής». Στο «Μη μιλάς άλλο γι' αγάπη» (είχε συμπεριληφθεί στον πρώτο δίσκο του που
κυκλοφόρησε το '65 με τέσσερα τραγούδια) είναι πιο τρυφερός, πιο κοντά στο νεοκυματικό πνεύμα της εποχής, γι' αυτό και το τραγούδι κυκλοφόρησε πιο εύκολα - όσοι είχαν αυτιά να ακούσουν νέα πράγματα.


Ελλάδα του 1965... Είναι η χρονιά του «Ζορμπά» του Μίκη Θεοδωράκη που έκανε το συρτάκι σήμα κατατεθέν της ελληνικής μουσικής σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά και η χρονιά των συλλαλητηρίων και της πρώτης μεγάλης μεταπολεμικής εξέγερσης (Ιουλιανά), που αργότερα πολλοί θα τη συνέκριναν με τον γαλλικό Μάη του '68. Στην κηδεία του Σωτήρη Πέτρουλα (θύμα των γεγονότων εκείνων) η φωνή της Μαρίας Φαραντούρη τραγουδάει στα πλήθη το ομώνυμο τραγούδι σε μουσική Θεοδωράκη, ενώ την ίδια χρονιά η ίδια φωνή και ο ίδιος συνθέτης θα μεταφέρουν τα μηνύματα της «Μπαλάντας του Μαουτχάουζεν» (σε ποίηση Ιάκωβου Καμπανέλλη) - σε όσους είχαν τα αυτιά τους ανοιχτά σε τέτοια μηνύματα. Γιατί η ζωή δεν τραβούσε μόνο την... ανηφόρα. Η ζωή στην Αθήνα είχε τα μπουζούκια της, τον Χατζιδάκι της, τους νέους συνθέτες της (Σπανός, Ξαρχάκος, Μαρκόπουλος, Λοΐζος κ.ά.), τα νυχτερινά της κέντρα, τα πρώτα της γεγέδικα γκρουπ που ήθελαν να κλέψουν κάτι από την αίγλη του ροκ εν ρολ και των Μπιτλς.
Στο φεστιβάλ ελαφρού τραγουδιού της Θεσσαλονίκης το πρώτο βραβείο παίρνει (1965) ο Νότης Μαυρουδής για το «Ηταν μεγάλη η νύχτα» (ερμηνεύτρια, η Σούλα Μπιρμπίλη) ενώ στο Θέατρο Κεντρικό δίνει «λαϊκή συναυλία» με μεγάλη επιτυχία ο Σταύρος Ξαρχάκος παίζοντας Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Τσιτσάνη και δικά του τραγούδια με ερμηνευτές τη Βίκυ Μοσχολιού, την Αλέκα Μαβίλη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Μπουζούκι παίζουν ο Ζαμπέτας και ο Στέλιος Ζαφειρίου. Στην «Τριάνα» ο κόσμος απολαμβάνει το καλλιτεχνικό ζεύγος Καζαντζίδης - Μαρινέλλα, ενώ οι πιο... αστοί προτιμούν την «Σπηλιά του Παρασκευά», όπου ο «κορυφαίος του εκλεκτού κοινού» Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η «μεγάλη βεντέτα της εποχής» Μάριον Σίβα συνοδεύονται από το μπουζούκι του Λάκη Καρνέζη. Μαέστρος (ε, χωρίς μαέστρο γίνεται;) o Γιάννης Διδήλης.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Αυτοδίδακτος μουσικός και μεγάλος «παραμυθάς» από τα πρώτα του χρόνια κατέβηκε στην Αθήνα το '63 για να βρει την τύχη του στο τραγούδι. Πώς βρέθηκε στα καλλιτεχνικά στέκια και στη δισκογραφία;
«Με βοήθησε ο Νίκος Μαμαγκάκης. (...) Εφτιαχνε τότε τον "Ερωτόκριτό" του και με ετοίμαζε για να τραγουδήσω. Είχα πολύ ωραίο στυλ για παραμυθάς, αλλά η φωνή μου ήταν από τότε χάλια κι έτσι δεν έγινε τίποτε. Μου βρήκε όμως δουλειά στη "Στοά" κι επίσης με πήγε στη Λύρα, την εταιρεία δίσκων του Πατσιφά, και επέμενε να γυρίσω δίσκο. Σε παρακαλώ, υπογράμμισε το "επέμενε", γιατί ο Πατσιφάς δεν με ήθελε με κανέναν τρόπο επειδή κοτζάμ εκδότη τον αποκαλούσα "κύριε εργοδότα" και επειδή στην ακρόαση είχα τραγουδήσει τόσο εκκωφαντικά και εφιαλτικά τη "Μαϊμού", που σηκώθηκε όλη η οδός Κριεζώτου στο πόδι και ήρθε η Αστυνομία λες και γινόταν έγκλημα. Από τότε γινόταν έξαλλος όταν έμπαινα στο γραφείο του, πεταγόταν επάνω πολύ θυμωμένος και σχεδόν χτύπαγε τις γροθιές του στο ταβάνι, φωνάζοντας: "Οχι δεν έχω απολύτως κανένα νέο για σας, κύριε Σαββόπουλε"»!
Βέβαια, με την επιμονή του Νίκου Μαμαγκάκη, γύρισα τελικά τον πρώτο μου μικρό δίσκο. Ηταν τον Φεβρουάριο του '65 και ο δίσκος περιείχε τέσσερα τραγούδια: «Εγερτήριο», «Μια θάλασσα μικρή», «Τα πουλιά της δυστυχίας» και «Μη μιλάς άλλο γι' αγάπη».
Ο Αλέκος Πατσιφάς, πάλι, θυμόταν διαφορετικά την πρώτη τους συνάντηση (από συνέντευξη του ίδιου του Πατσιφά στον Λάκη Παπαστάθη, ΕΡΤ1 1975. Το απόσπασμα δημοσιεύεται στο λεύκωμα «Ο Σαββόπουλος στη Λύρα»).
«Ηρθε ένας νέος στο γραφείο μου, ένας ψηλός και πολύ αδύνατος τότε και μου είπε, νομίζω: "Eίμαι μουσικός, θα ήθελα να βρω τον εργοδότη να με εκμεταλλευτεί καταλλήλως"! Τώρα αν τον εκμεταλλεύτηκα καταλλήλως δεν ξέρω. Θυμάμαι μονάχα, όταν πρωτοπήγαμε στο στούντιο ηχοληψίας και ήταν εκεί οι διάφοροι, ας πούμε εμπειρογνώμονες και τεχνικοί και ο Διονύσης άρχισε να τραγουδάει συνοδευόμενος με την κιθάρα του, μόνος του, έρχεται ένας από τους διευθυντές και με ρωτάει: "Τώρα αυτόν τι τον θέλετε; Τι περιμένετε από αυτό το πράγμα να βγει;"».
Ας μην ξεχνάμε ότι είμαστε στα μέσα του '60. Στα χρόνια που προοιωνίζονται το μεγάλο παγκόσμιο ξέσπασμα που έχει ορόσημο τον γαλλικό Μάη του '68. Στο πρώτο μεγάλο μπουμ των Μπιτλς «Help I need somebody», στο «Like a rolling stone» του Nτίλαν, στην καταλυτική δύναμη του ροκ που θα επηρεάσει όλο τον πλανήτη. Θα επηρεάσει και εμάς. Γιατί μπορεί τότε να ονειρευόμασταν και να ερωτευόμασταν με Σπανό και νέο κύμα και με «Μια αγάπη για το καλοκαίρι», η βραχνή φωνή του Διονύση όμως μας περίμενε στη γωνία με «Φορτηγό» (κυκλοφόρησε το 1966). Μας περίμενε για να αλλάξει το ελληνικό τραγούδι - κυρίως το ελληνικό ροκ - για πάντα... ''
(Κείμενο της Χάρης Ποντίδα, δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ της 26ης Ιουλίου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου