Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

2 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1911: ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


"Ετυχε να είμαι πολύ πεισματάρης» ομολογούσε ο Οδυσσέας Ελύτης -νομπελίστας πλέον, εν έτει 1979- ανακαλώντας τα τέσσερα χρόνια που πέρασε στην Κατοχή σ' ένα νοικιασμένο δωμάτιο, πρώτη φορά μακριά απ' το σπίτι της μάνας του ώστε να εργάζεται απερίσπαστος, τότε που έγραφε το magnus opus του, το «Αξιον Εστί»: «Ηταν καλοκαίρι και δεν είχα ψυγείο να πιω δροσερό νερό. Από το απέναντι σπίτι μού φέρνανε συχνά μια καράφα. Χρειάστηκε να κυκλοφορήσει ο δίσκος του "Αξιον Εστί" για να
μπορέσω να πάρω αυτό το ψυγείο που έχω ακόμη εδώ, να πάρω κι ένα πικάπ. Αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι τότε ο Εμπειρίκος μού δάνεισε ένα ράντσο κι ένα παλιό ραδιόφωνο, κι ο Κατσίμπαλης μου δάνεισε χρήματα για
να προπληρώσω τους δύο μήνες που έπρεπε για το δωμάτιο αυτό. Και μόλις βγήκε το "Αξιον Εστί", μου επιτέθηκαν όλοι. "Ποίημα είναι αυτό; Αυτό είναι κατασκεύασμα!". Οχι, δεν ήταν καθόλου ρόδινα... Αλλά είχα αυτό το πείσμα και την πίστη στην ποιητική ιδέα. Αλλος στη θέση μου θα είχε εκμηδενιστεί... Επέμεινα όμως. Δεν ζητούσα τίποτε παρά να μην πεινάσω -και να 'χω να ντυθώ- για να μπορώ να γράφω τα ποιήματά μου».
Ενεση κουράγιου για όσους πάλλονται από δημιουργική πνοή σ' αυτούς τους δύσκολους καιρούς, τα παραπάνω λόγια του Ελύτη δεν αποθησαυρίζονται μόνο στο «Συν τοις άλλοις», μ' επιλεγμένες συνεντεύξεις του, που μόλις κυκλοφόρησε από το «Υψιλον». Συνιστούν και μία από τις χιλιάδες ψηφίδες του «Ναυτίλου του Αιώνα» που αναμένεται απ' τον «Ικαρο» τις επόμενες μέρες, με χορηγία του Ιδρύματος Λάτση και της Enel Green Power: ένα πλούσια εικονογραφημένο βιβλίο τετρακοσίων σελίδων, σχεδιασμένο ώς την τελευταία του λεπτομέρεια από την Ιουλίτα Ηλιοπούλου, ένα ταξίδι στον κόσμο του ποιητή με πυξίδα την τέχνη του, αρθρωμένο πάνω σε έντεκα θεματικές ενότητες-κιβωτούς αισθήσεων, μυστικών νευμάτων και στοχασμών.
Οι πιο σημαντικοί σταθμοί του βίου του Ελύτη, κορφολογημένοι με βάση τις σημειώσεις που κρατούσε συστηματικά απ' τη δεκαετία του '50 ο ίδιος, αντιπαραβάλλονται εδώ με τις κορυφαίες στιγμές του 20ού αιώνα, αναδεικνύοντας το πώς διύλισε μέσα του γεγονότα, ιδεολογίες κι επαναστάσεις και τι απ' αυτά μετέπλασε στις ποιητικές του συλλογές. Η ζωντανή του σχέση με την ελληνική γλώσσα, οι οφειλές του στον Ομηρο, τη Σαπφώ, τον Σολωμό, τον Παπαδιαμάντη, η ζεστασιά που σαν «ασπίδα» τον τύλιξε στα νιάτα του, όταν συμπορευόταν με τη Γενιά του '30, τα ερεθίσματα που άντλησε από τη ζωγραφική και τη μουσική είναι μερικά μόνο απ' όσα αναδύονται μέσα απ' αυτό το βιβλίο-λεύκωμα, όπου ντοκουμέντα και σπουδαία έργα τέχνης εναλλάσσονται με γνωστές και άγνωστες φωτογραφίες του από κάθε φάση της προσωπικής του διαδρομής.
«Κάποτε πρέπει να ντρέπονται ορισμένες συμπτώσεις»... Πού να φανταζόταν ο Ελύτης όταν μπόλιαζε μ' αυτήν την αποστροφή το «Εκ του πλησίον», ότι τα εκατοντάχρονα από τη γέννησή του θα έβρισκαν τη χώρα του κατασυκοφαντημένη, υπό τη διαρκή απειλή της χρεοκοπίας, με μόνη της παρηγοριά, ίσως, το αθάνατο ελληνικό φως. Ομως «η κρίση ήταν αναπόφευκτη», λέει η Ηλιοπούλου. «Αν είχαμε στρέψει το ενδιαφέρον μας σε σταθερές αξίες, αν είχαμε επενδύσει στην παιδεία και την υψηλή τέχνη, δεν θα φτάναμε στην απόλυτη έκπτωση που βιώνουμε αυτόν τον καιρό. Μακάρι η σκέψη και η ευαισθησία του Ελύτη, όπως προσπάθησα να τις συνοψίσω στον "Ναυτίλο..." να λειτουργήσουν σαν φωτεινός οδηγός».
Απ' τη μεριά της, δεν αγαπά ιδιαίτερα τις επετείους. Ωστόσο, «σέβομαι την αναγκαιότητά τους, αντιλαμβάνομαι τη δυναμική που μπορεί να έχει η κάθε μία... Μ' άρεσε πολύ που μ' αφορμή το "Ετος Ελύτη" είδα ζευγαράκια στο μετρό να καρφώνουν το βλέμμα τους στους στίχους του κι έπειτα να πιάνουν κουβέντα μεταξύ τους, σαν να προσπαθούν ν' αναλογιστούν μέσα απ' τα λόγια του τον ίδιο τους τον εαυτό». Κι όσο διάστημα -«κοντά δεκαεπτά μήνες»- σχεδίαζε το βιβλίο, φιλοδοξία της ήταν ν' ανταποκρίνεται το περιεχόμενό του σε κάτι ουσιαστικό. «Δεν πρόκειται γι' ανθολογία, ούτε για δοκίμιο», τονίζει, «ούτε βέβαια για το πώς συνδιαλέχτηκα με το έργο του ποιητή εγώ. Είναι ένας τόμος για τον Ελύτη από τον Ελύτη, συμβατός με τη δεσπόζουσα θέση που κατείχε στη ζωή του η ποίηση».
Στις σελίδες του «Ναυτίλου...» δεν υπάρχει ανέκδοτο υλικό. «Ο Ελύτης δεν άφηνε κατάλοιπα, κι αυτό τον απελευθέρωνε», λέει η νόμιμη κάτοχος των πνευματικών του δικαιωμάτων. «Πίστευε στη δυνατότητα του μέλλοντος, δεν είχε το άγχος να κρατήσει τα πάντα, μη χαθούν. Ο,τι δεν θεωρούσε πλήρες, το άφηνε να περάσει. Ακόμα και στη βιβλιοθήκη του, δεν επιθυμούσε να έχει πάνω από εκατό-διακόσιους τόμους, διάλεγε ποιος θ' αντικαταστήσει ποιον. Αλίμονό μου αν έβλεπε πώς έχει καταντήσει το διαμέρισμά μου, πνιγμένο σε τόνους χαρτιού... Οπως και να 'χει, ανάλογα με την περίπτωση του αναγνώστη άλλος θα κομίσει λιγότερα απ' το βιβλίο, άλλος περισσότερα. Το μεταφραστικό εύρος του Ελύτη, για παράδειγμα, από την Εσθονία ώς την Ιαπωνία, κεφάλαιο σημαντικό και για τη δική μας αυτοεκτίμηση, αξίζει να επισημανθεί».
Η διαμόρφωση του Ελύτη μεταξύ Κρήτης, Μυτιλήνης, Αθήνας και Σπετσών, ο ουσιαστικός διάλογος που άνοιξε με τη Γαλλία, οι εκλεκτικές του συγγένειες με καλλιτέχνες όπως ο Πικάσο και ο Ματίς, το πόσο σημαντικά στάθηκαν για την αισθητική του τα πυρετώδη κινήματα της αμφισβήτησης -του φουτουρισμού, του ντανταϊσμού και κυρίως του υπερρεαλισμού και του κυβισμού- αποτελούν επίσης βασικά κεφάλαια του βιβλίου. Γιατί, άραγε, υπάρχουν διάσπαρτες τόσες αναφορές στις τιμές που απαρνήθηκε αλλά και στις απογοητεύσεις που εισέπραξε από την κριτική;
«Οι αρνήσεις για τιμές ήταν κι αυτές καταγεγραμμένες στις σημειώσεις του» εξηγεί η Ηλιοπούλου. «Η κάθε μία επιβεβαίωνε μιά προηγούμενη, γι' αυτό κι έπαιρνε δημοσιότητα συνήθως. Ειδικά για την Ακαδημία Αθηνών, απορούσε κι ο ίδιος. Θεωρούσε εντελώς ασυμβίβαστη την ιδιότητα του ακαδημαϊκού με την ιδιοσυγκρασία του και την αντίληψή του για δημιουργία. Οσο για την κριτική, πράγματι ο καταιγισμός αρνητικών αντιδράσεων για το "Αξιον Εστί" τού προκάλεσε σοκ. Ούτε οι ομότεχνοι ούτε οι φιλόλογοι ήταν έτοιμοι να δεχτούν τόσες καινοτομίες. Χρειάστηκε καιρός για ν' αμβλυνθούν οι δυσκολίες της κατανόησης...».
«Γιατί κάνουμε ποίηση; Ρωτάω με τον ίδιο τρόπο που θα ρωτούσα: γιατί κάνουμε έρωτα;» αναρωτιόταν ο Ελύτης στα «Ανοιχτά χαρτιά»: «Στα μάγουλα ενός κοριτσιού, όπως και στους στίχους ενός ποιήματος, από τον αποστολέα ως τον αποδέκτη δεν μεσολαβεί τίποτε. Η μεταγλώτισση γίνεται χωρίς διερμηνέα και η χρυσόσκονη που απομένει στα δάχτυλά μας μοιάζει αρκετή. Ωστόσο, αν την ξαναφυσήξει ο άνεμος, η φύση όλη θα κατοικηθεί από χιλιάδες σήματα. Και το στοιχείο του αχόρταγου, που παραφυλάει μέσα μας, θ' ανοίξει το στόμα του ζητώντας και άλλα και άλλα»... Κι όπως υπογράμμιζε, η κατανόηση της ποίησης δεν συνδέεται ούτε με την ευφυΐα, ούτε με τα «πνευματικά προσόντα που εξασφαλίζουν κοινωνικές επιτυχίες και θαυμασμούς».
Πάντα επιφυλακτικός με την παντοκρατορία των ειδημόνων, ο Οδυσσέας Ελύτης πίστευε πως η κατανόηση της ποίησης έχει να κάνει με την «ποιητική νοημοσύνη», ιδιότητα που «μπορεί να λείπει από τους παντογνώστες, αλλά να κατοικεί μέσα στον πιο απλό άνθρωπο». Τέτοιοι αναγνώστες χρειάζονται και για τον «Ναυτίλο του Αιώνα», συνεπιβάτες μαζί του σ' ένα σκαρί που ελίσσεται ανάμεσα στην ελευθερία της σκέψης και την αυτοδιάθεση της ψυχής.
(Κείμενο της   ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ από την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία της 9ης Οκτωβρίου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου