Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ, ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ

'Πέμπτη, 31 Οκτώβρη 1946


''Χτες στον «Ποσειδώνα» κι έπειτα στη Βαγιονιά. Η βορινή θάλασσα ακίνητη σαν καλοκαίρι. Κολύμπι. Το ακρογιάλι γεμάτο πελαγίσια ξαφρίσματα (ποτέ μου δεν είδα τόσα πολλά): ρίζες από καλάμια, παράξενα γλυμμένα ξύλα, φελλοί, ένας παράδεισος παιχνίδια για μένα. Έβαλα στο δισάκι μου αρκετά από αυτά τα σιωπηλά αντικείμενα. Είχαμε φύγει στις 10.00, γυρίσαμε στις 16.00' καλό περπάτημα.
Το ποίημα που γράφω από την προπερασμένη Τρίτη, με απότομες αναλαμπές και πτώσεις, σαν το τζάκι μας που καίει χλωρά ξύλα, με κουράζει κάποτε. Σήμερα πρωί γυρίζω από τις 07.00 ακατάστατος, χωρίς να σταματήσω, πασπατεύοντας με τα χέρια μου, φτιάνοντας αντικείμενα που προσπαθώ να τους δώσω μια μορφή οικειότητας, πελεκώντας μια βέργα κυπαρίσσι πού έκοψα χτες. Η μυρωδιά αυτού
του ξύλου, η αρχιτεκτονική του, το χρώμα του, με γεμίζουν αγαλλίαση. Αίσθημα σπατάλης, με τη ζωή που κάνω στην Αθήνα, πολύ έντονο από χτες. Ένα οποιοδήποτε χωράφι εδώ τριγύρω θα με εξανθρώπιζε χίλιες φορές περισσότερο από την αθηναίικη ζούγκλα. Έντονη ανάγκη (χτες και σήμερα) ν' αφήσω το Υπουργείο κι όλες αυτές τις φλυαρίες: όχι πια για να έχω τον καιρί να γράφω λογοτεχνί, αλλά για να ωριμάσω και να πεθάνω σαν άνθρωπος.
Βράδυ. Τ' απόγεμα έκοψα ξύλα ώσπου να σκοτεινιάσει. Γύρισα σπίτι ιδρωμένος, με τα χέρια γεμάτα ρετσίνι. Λουτρό, κι έπειτα κάθισα στο τραπέζι μου. Τελείωσα το ποίημα. Τίτλος: «Κίχλη». Δεν ξέρω αν είναι καλό' ξέρω πως τελείωσε. Τώρα πρέπει να στεγνώσει''. (Από το βιβλίο του ''Μέρες'', εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, 1977).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου