Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

''ΟΙ ΒΡΕΤΑΝΟΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ''


''Αρχές Δεκεμβρίου του 1944: Ενα ειρηνικό πλήθος συγκεντρώνεται έξω από τη Βουλή φωνάζοντας τα συνθήματα του ΕΑΜ.Την ίδια περίοδο οι Βρετανοί και ο ΕΛΑΣ εθεωρούντο σύμμαχοι εναντίον του κοινού εχθρού, της χιτλερικής Γερμανίας. Ο Δεκέμβρης ήταν ένα
προμήνυμα του ψυχρού πολέμου που απλώθηκε βαθμιαία στο μεταπολεμικό κόσμο που δεν άργησε να προβάλλει.
Μετά την απελευθέρωση της Αθήνας από τη γερμανική κατοχή, το κεντρικό ζήτημα που απασχόλησε τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, στην κυβέρνηση του οποίου
 συμμετέχει το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, είναι ο αφοπλισμός του αντιστασιακού στρατού του ΕΛΑΣ. Η ελληνική αριστερά παρ' ότι χρησιμοποιεί μια φρασεολογία συμμαχικής αβροφροσύνης απέναντι στους Βρετανούς, στο βάθος αντιτίθεται στη βρετανική επιρροή όπως και στην επιστροφή του βασιλιά Γεώργιου στην Ελλάδα πριν τη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος περί το πολιτειακό.
Η αριστερά δεν συμφωνεί με τη δημιουργία ενός νέου στρατού πάνω στα πρότυπα του παρελθόντος, ιδιαίτερα του φιλοβασιλικού στρατού της δικτατορίας Μεταξά.
Ο νέος στρατός θα έπρεπε να εντάξει στις γραμμές του το σύνολο των αξιωματικών, συντηρητικών και δημοκρατικών, εκτός εκείνων που είχαν συνεργαστεί με τον κατακτητή, όπως συνέβαινε με τους αξιωματικούς των ταγμάτων ασφαλείας.
Επρεπε να διαλυθούν οι ανταρτικοί στρατοί του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, αλλά σύμφωνα με το ΕΑΜ και οι σχηματισθείσες στη Μέση Ανατολή, με τη συμβολή των Βρετανών, στρατιωτικές δυνάμεις της Τρίτης Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου επίσης.
Ο Παπανδρέου είχε δεχθεί αυτή τη λύση περί το στρατιωτικό, αλλά ο βρετανός πρεσβευτής Λίπερ «εξήγησε με κάποια επιμονή» στον έλληνα πρωθυπουργό ότι η ορεινή ταξιαρχία δεν πρέπει «κατ' ουδέναν τρόπο να διαλυθεί».
Ο βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσόρτσιλ παρατήρησε με τη σειρά του μέσα στο Νοέμβριο, ότι «η διάλυση της ελληνικής ταξιαρχίας θα είναι μια καταστροφή πρώτης γραμμής. Είναι η μόνη σταθερή και φανερά έμπιστη μονάδα».
Οι θέσεις των αντιτιθέμενων δυνάμεων έμοιαζαν ασυμφιλίωτες. Το συλλαλητήριο της 3ης Δεκεμβρίου στο Σύνταγμα και η προσπάθεια βίαιης διάλυσής του από την αστυνομία, με αποτέλεσμα να υπάρξουν αρκετά θύματα, υπήρξε απλά η αφορμή και όχι η βαθύτερη αιτία της πολεμικής αντιπαράθεσης που επακολούθησε.
Στις 6 Νοεμβρίου 1944, ένα περίπου μήνα πριν την έναρξη των συγκρούσεων, ο διοικητής της Τρίτης Ορεινής Ταξιαρχίας Θ. Τσακαλώτος, που πρωταγωνίστησε και στη διάρκεια του εμφυλίου 1946-1949, με διαταγή του ενημέρωσε τους άνδρες του ότι «χθες απεφασίσθη η άνευ οίκτου χρησιμοποίησις των όπλων διά τον αφοπλισμόν των κακούργων και εδόθησαν και σχετικαί διαταγαί εις την Ταξιαρχίαν. Αι Αθήναι και ο Πειραιεύς εχωρίσθησαν εις τέσσαρας ζώνας και εκάστη Μεγάλη Μονάς ανέλαβε την εκκαθάρισιν μιας των ζωνών τούτων. Η Ταξιαρχία μας, η Ιερά Ταξιαρχία του Ρίμινι, ως την απεκάλεσε ο αγνός ελληνικός λαός, εκλήθη και πάλιν να παίξει τον ρόλον της, εθνικόν ρόλον έναντι των Διεθνιστών».
Αλλά και η πλευρά του ΕΛΑΣ προετοιμάζεται για τη σύγκρουση. Τις τελευταίες μέρες του Νοέμβρη και τις πρώτες του Δεκέμβρη οι διαφωνίες περί το στρατιωτικό φτάνουν σε αδιέξοδο. Οι αριστεροί υπουργοί στην κυβέρνηση Παπανδρέου παραιτούνται. Ανασυστήνεται η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ, αποτελούμενη από τον γραμματέα του ΚΚΕ Γιώργη Σιάντο και τους στρατηγούς Μάντακα και Χατζημιχάλη, με επιτελάρχη τον Κ. Λαγγουράνη. Και οι τρεις άνδρες που πλαισιώνουν τον Σιάντο είναι αξιωματικοί προερχόμενοι από τον ελληνικό τακτικό στρατό. Παρ' ότι η σύνθεση της ηγεσίας που θα κατευθύνει τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη μάχη της Αθήνας και του Πειραιά θα μπορούσε να είναι και καλύτερη, έχει έναν στρατιωτικό χαρακτήρα ανάλογο με την περίσταση. Η τετραμελής ηγεσία της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ (Σιάντος, Μάντακας, Χατζημιχάλης, Λαγγουράνης) φαίνεται ν' ανταποκρίνεται καλύτερα στις πολεμικές περιστάσεις απ' ό,τι η τετραμελής ηγεσία των ανταρτών (Ζαχαριάδης, Γούσιας, Βλαντάς, Μπαρτζιώτας) στο τελευταίο στάδιο του εμφυλίου πολέμου το 1948-1949, η οποία δεν έχει ιδιαίτερες στρατιωτικές γνώσεις και εμπειρία. Ο ΕΛΑΣ στην Αθήνα και τον Πειραιά αντιστέκεται επί 33 μέρες, απέναντι σε μια μεγάλη δύναμη της εποχής όπως ήταν η Βρετανία. Ο Τσόρτσιλ βρέθηκε σε δύσκολη θέση και θα ομολογήσει ότι είχε υποτιμήσει τις δυνάμεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.
Ενώ συνεχίζεται ο Παγκόσμιος Πόλεμος η βρετανική ηγεσία θ' αποσπάσει σημαντικές δυνάμεις από τα μέτωπα του πολέμου για να τις μεταφέρει στην Αθήνα, καθώς τις πρώτες μέρες η εξουσία της ελληνικής κυβέρνησης και των Βρετανών έχει περιοριστεί μόνο στο κέντρο της πρωτεύουσας. Ο ΕΛΑΣ διεξάγει έναν αγώνα στην καρδιά της λαϊκής του δύναμης στην Αθήνα και τον Πειραιά. Ενώ έχει αρχίσει η σύγκρουση ο Τσόρτσιλ τηλεγράφησε στο στρατηγό Σκόμπι στην Αθήνα: «Φαίνεται να περνάτε μια μάλλον δύσκολη στιγμή. Εχετε αρκετές δυνάμεις; Μη διστάσετε να τις ζητήσετε από τον ανώτατο διοικητή».
Από την Αθήνα ο βρετανός πρωθυπουργός πήρε άμεσα την απάντηση: «Αποστολή δεν είναι εύκολη αφού αντιμετωπίζουμε μια άκρως οργανωμένη, αδίστακτη και αποφασισμένη οργάνωση. Κρατούμε σταθερά τα ζωτικά σημεία στο κέτρο της Αθήνας... Οι δυνάμεις είναι ανεπαρκείς για να εκκαθαρίσουν υπό τις παρούσες συνθήκες Αθήνα-Πειραιά χωρίς να προσφύγουμε σε βομβαρδισμό από ξηράς και αέρος των πυκνοκατοικημένων περιοχών ανεξάρτητα από υλικές ζημιές ή θανάτους αμάχων πολιτών».
Προς το τέλος της σύγκρουσης οι Βρετανοί αριθμούσαν στην Ελλάδα περί τις 75.000-80.000 άνδρες συνεπικουρούμενους από τεθωρακισμένα, αεροπορία και πολεμικά πλοία που συμμετείχαν σε βομβαρδισμούς.
Τελικά ο ΕΛΑΣ υποχώρησε από την Αθήνα. Στις 7 Ιανουαρίου η ηγεσία του ΕΛΑΣ ζήτησε ανακωχή. Η υπογραφή της ανακωχής άρχισε να ισχύει από 14 Ιανουαρίου.
Ο βρετανικός τύπος, στη διάρκεια των 33 ημερών της σύγκρουσης, έδωσε μεγαλύτερη δημοσιότητα, μερικές φορές, στην πολεμική σύγκρουση της Αθήνας απ' ό,τι στις ειδήσεις από τα μέτωπα του Παγκόσμιου Πολέμου. Τα Δεκεμβριανά ήταν μια ιδιαίτερη στιγμή που χάραξε τη νεότερη Ελλάδα'' (κείμενο του Φοίβου Οικονομίδη από την ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της 5ης Δεκεμβρίου 2010)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου